Ρόι Τάρπλεϊ: Ταλέντο θεόσταλτο, μυαλό… αερόστατο (pics+vids)

0

Ρόι Τάρπλεϊ. Ένα μοναδικό φαινόμενο στα χρονικά του παγκόσμιου μπάσκετ. Αυτοκαταστροφικός και βίαιος, παραδόθηκε από πολύ νωρίς στην αγκαλιά των ναρκωτικών -και όχι μόνο- ουσιών, με το αλκοόλ να κατέχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά, το χέρι και το… συκώτι του. Πάμε να θυμηθούμε τα έργα και τις ημέρες ενός από τα μεγαλύτερα ταλέντα (αν όχι το μεγαλύτερο) που αγωνίστηκαν ποτέ στην Ελλάδα, που έφυγε από τη ζωή, σαν σήμερα, πριν από τέσσερα χρόνια.

 

Όντας παιδί του «Καταραμένου draft» του 1986, ο ύψους 2.11 Αμερικανός power forward/center, έπνιγε -κυριολεκτικά- με γρήγορες αλλά πολύ σταθερές γουλιές την καριέρα του και, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, τη ζωή του σε κουτάκια μπύρας.

Ταυτόχρονα όμως, έχει κατορθώσει να αφήσει ανεξίτηλο το στίγμα του σε Ευρώπη και ΝΒΑ (ναι και στο «Μαγικό Κόσμο»), έχοντας στεριώσει στη μνήμη και το υποσυνείδητο όλων των φιλάθλων που τον παρακολούθησαν να αγωνίζεται, ως ένας από τους καλύτερους «ψηλούς» στην ιστορία της ευρωπαϊκής καλαθόσφαιρας.

 

Κολλέγιο, ΝΒΑ και ο πρώτος αποκλεισμός

Ο Τάρπλεϊ γεννήθηκε στις 28 Νοεμβρίου του 1964 στη Νέα Υόρκη. Ως μαθητής, έπαιξε μπάσκετ στο Λύκειο Cooley του Detroit, όντας το απόλυτο «αστέρι» της ομάδας. Αυτό βέβαια που είχε εκπλήξει τους πάντες από την πρώτη Λυκείου ήταν η απίστευτη σωματοδομή του (Λεμπρόν πριν από τον Λεμπρόν). Η έκφραση «τέρας της φύσης» ίσως να μη μπορεί να περιγράψει επαρκώς το θέαμα που γέμιζε με τρόμο τις καρδιές των αντιπάλων του.

Το καλοκαίρι του 1982, ο Beeroy (παρατσούκλι που τον «ακολουθούσε» από την πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι του στην Ελλάδα) πήρε την απόφαση να φοιτήσει στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν. Τέσσερα χρόνια με τη φανέλα των «σαρκοφάγων του βορρά» (Wolverines), κατά τη διάρκεια των οποίων η αγωνιστική του εξέλιξή ήταν παροιμιώδης.

Στην πρώτη του σεζόν στο κολλέγιο, μέτρησε 3.5 πόντους και 3.2 ριμπάουντ ανά παιχνίδι, με αρκετούς αναλυτές και δημοσιογράφους να μην αναφέρονται στο άτομό του με τα πλέον κολακευτικά λόγια. Ο Αμερικανός «γίγαντας» όμως, αρχής γενομένης από την αγωνιστική και φοιτητική περίοδο 1983-1984, ανάγκασε πολλούς από τους επικριτές του να ασχοληθούν -άκρως επιτυχημένα- με το άθλημα της κυβιστήσεως. Εκτόξευσε τους μέσους όρους του στους 12.5 πόντους και τα 8.1 ριμπάουντ, ενώ την αμέσως επόμενη χρονιά, οι εμφανίσεις του άνοιξαν την «όρεξη» στους κυνηγούς ταλέντων του ΝΒΑ. Πράγμα απολύτως λογικό, από τη στιγμή που ο Ρόι σκόραρε 19 πόντους και κατέβαζε 10.4 ριμπάουντ ανά αγώνα. Τότε ήταν που απέκτησε το παρατσούκλι-προσωνύμιο «η απάντηση στον Καρλ Μαλόουν». Στην τελευταία του σεζόν στο κολλεγιακό πρωτάθλημα φόρτωσε τα αντίπαλα καλάθια με 15.9 πόντους, μαζεύοντας ταυτόχρονα 8.8 ριμπάουντ και μοιράζοντας 2.9 κοψίματα σε κάθε αναμέτρηση.

17 Ιουνίου 1986. Ημέρα γιορτής, χαράς και ελπίδας στο Madison Square Garden (τότε είχε την ονομασία Felt Forum). Το draft εκείνης της χρονιάς, γνωστό και ως «Καταραμένο draft», ήταν η πρώτη μεγάλη ευκαιρία του Τάρπλεϊ να αγωνιστεί στο ΝΒΑ. Η επιλογή του στο νούμερο 7 από τους Dallas Mavericks, τον ικανοποίησε αφάνταστα, καθώς έβλεπε το όνειρό του να λαμβάνει σάρκα και οστά.

Βέβαια, εδώ πρέπει να τονίσουμε πως οι άνθρωποι των Mavericks έκαναν τα πάντα (λες και είχαν προβλέψει τι μέλλει γενέσθαι) προκειμένου να τον στείλουν στους Lakers (οι οποίοι ήθελαν σαν τρελοί τον Τάρπλεϊ) και να πάρουν, μέσω ανταλλαγής, τον Τζέιμς Ουόρθι. Δεν τα κατάφεραν όμως και έτσι, «κόλλησαν» με τον αυτοκαταστροφικό νεοϋορκέζο ο οποίος, μέσα σε διάστημα δύο μόλις χρόνων, θα αποδείκνυε την ορθότητα αυτής της -χωρίς θετική έκβαση- κίνησης από την τότε ομάδα του.

Σεζόν 1986-1987. Ο rookie Τάρλπεϊ, σε σύνολο 75 αναμετρήσεων, σκόραρε 7.5 πόντους και μάζεψε 7.1 ριμπάουντ (στα playoffs -αποκλεισμός με 1-3 στις νίκες από τους Seattle Supersonics- τα αντίστοιχα νούμερα ήταν 13.3 και 10.5), και αναδείχθηκε μέλος της rookie πεντάδας (NBA All-Rookie First Team).

Η επόμενη αγωνιστική περίοδος ήταν ακόμα καλύτερη για τον Ρόι. Αγωνίστηκε σε 81 παιχνίδια, πετυχαίνοντας 13.5 πόντους και κατεβάζοντας 11.8 «σκουπίδια», κερδίζοντας τον τίτλο του καλύτερου 6ου παίκτη (NBA Sixth Man of the Year). Στα playoffs εκείνης της χρονιάς, ο Τάρπλεϊ «βασάνισε» τις αντίπαλες άμυνες με 17.9 πόντους, κυριαρχώντας ταυτόχρονα και στους «αιθέρες» (12.9 ριμπάουντ). Οι Mavericks απέκλεισαν κατά σειρά τους Houston Rockets (3-1) και τους Denver Nuggets (4-2), προτού αντιμετωπίσουν στους τελικούς της δυτικής περιφέρειας τους πρωταθλητές Lakers. Η σειρά ολοκληρώθηκε σε 7 αναμετρήσεις, με τους «Λιμνανθρώπους» τελικά να προκρίνονται στους Τελικούς του ΝΒΑ. Η προσοχή όλων όμως στράφηκε -δικαιολογημένα- στον Τάρπλεϊ, ο οποίος αγωνίστηκε σαν πραγματικός All Star, με τον Τζαμπάρ να δεινοπαθεί απέναντι σε αυτό το «φαινόμενο» (στο τρίτο παιχνίδι της σειράς, ο Ρόι πραγματοποίησε ένα απίστευτο double double, με 21 πόντους και 20 ριμπάουντ).

Τότε ήταν που ο Τζορτζ Καρλ (ως προπονητής των Golden State Warriors), όντας γοητευμένος από το «πακέτο» του χαρισματικού power forward/center, είχε κάνει την εξής δήλωση: «Ο Τάρπλεϊ είναι, με διαφορά, ο καλύτερος 6ος παίκτης του πρωταθλήματος. Διαθέτει ένα βασικό συστατικό, που όλοι οι προπονητές απαιτούν από τους παίκτες τους, αλλά δε μπορούν να τους το διδάξουν. Το ριμπάουντ».

Δυστυχώς όμως, ενώ είχε τη δυνατότητα να αφήσει εποχή στο κορυφαίο πρωτάθλημα του κόσμου, με αρκετούς να κάνουν λόγο για μία νέα δύναμη (Mavericks) η οποία θα κυριαρχούσε στο ΝΒΑ (με τον Τάρπλεϊ να είναι ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης), αποφάσισε να γκρεμίσει τα πάντα για χάρη του ποτού και των ναρκωτικών.

Οι σεζόν 1988-1989 (19 αγώνες) και 1989-1990 (45 αναμετρήσεις) θα αποτελούσαν την αρχή του τέλους του στο ΝΒΑ. Οι μέσοι όροι του, τόσο στην επίθεση (17.3 και 16.8) όσο και στα ριμπάουντ (11.5 και 13.1) μπορεί να βελτιώθηκαν έτι περισσότερο, όμως ο Beeroy είχε ήδη ακολουθήσει τον «δρόμο», από τον οποίο δύσκολα μπορεί κάποιος να επιστρέψει. Έτσι, στις 5 Ιανουαρίου του 1989, και ενώ οι Mavericks των είχαν στείλει σε κέντρο αποτοξίνωσης, το ΝΒΑ τον απέβαλε μέχρι και το τέλος της αγωνιστικής περιόδου.

Όμως, αυτό δεν κλόνισε τον Τάρπλεϊ, ο οποίος συνέχισε τα τερτίπια του και την επόμενη αγωνιστική περίοδο, η οποία, παραδόξως, δεν έμελλε να είναι η τελευταία του στο ΝΒΑ (είναι πάντως περίεργο που ο «θείος» Στερν έδειξε τόσο μεγάλη επιείκεια απέναντι στην αντιεπαγγελματική συμπεριφορά του Αμερικανού center, με τις μνήμες από τον ανατριχιαστικό θάνατο του Λεν Μπάιας να είναι ακόμη -για εκείνη τη χρονική περίοδο- νωπές).

Έτσι, φτάνουμε στην αρχή της σεζόν 1990-1991. Ο Τάρπλεϊ συνέχισε την ερωτική (ω ναι) σχέση του με τα ναρκωτικά και το αλκοόλ. Αγωνίστηκε σε μόλις 5 ματς, κόντρα σε Timberwolves, Nuggets, Knicks, 76ers και Magic, με τα νούμερά του, σε επίθεση και ριμπάουντ, να θυμίζουν τον παίκτη της περιόδου 1987-1988, με τους Mavericks να ξεκινούν με ρεκόρ 4-1 και να ολοκληρώνουν τη χρονιά (δεν προκρίθηκαν στα playoffs) με 28-54 (!). Σε αυτά τα πέντε παιχνίδια, ο Ρόι είχε κατά μέσο όρο 20.4 πόντους και 11 ριμπάουντ. Φανταστείτε να αγωνιζόταν νηφάλιος τι θα έκανε.

Κατά τη διάρκεια της αναμέτρησης απέναντι στους Orlando Magic, τραυματίστηκε. Οι ανασφάλειες και τα φαντάσματα του παρελθόντος άρχισαν να τον βασανίζουν εκ νέου, βρίσκοντας καταφύγιο -ξανά μανά- στις μπύρες και τα ναρκωτικά. Έτσι, μετά από ένα «μαραθώνιο», κατά τη διάρκεια του οποίου δεν είδε παρκέ ούτε με κιάλια, αποβλήθηκε δια βίου (;) από το κορυφαίο πρωτάθλημα της υφηλίου. Το ημερολόγιο έγραφε «17 Οκτωβρίου 1991».

 

Εξωγήινος από τον Άρη

Όπως λέμε και στην Ελλάδα «ηθελέστα και παθέστα». Ενώ το ταλέντο του έμοιαζε -και ίσως ήταν- θεόσταλτο, τα μυαλά του «πέταγαν» πιο ψηλά και από μαχητικά F-16. Την περίοδο 1991-1992 αγωνίστηκε αρχικά στους Wichita Falls Texans (CBA) και εν συνεχεία στους Miami Tropics (USBL).

Η σεζόν ήταν μία ολοκληρωτική αποτυχία (για πρώτη φορά και σε αγωνιστικό επίπεδο). Έτσι, πήρε την απόφαση να φύγει από την Αμερική, συνεχίζοντας την καριέρα του στην Ελλάδα, για λογαριασμό του Άρη. Η φυγή του Νίκου Γκάλη προκάλεσε τεκτονικούς τριγμούς στο σύλλογο, με τη διοίκηση να βλέπει στο πρόσωπο του Ρόι τον παίκτη που θα συνέχιζε, όσο περισσότερο γινόταν, την κυριαρχία του Άρη (αν και οι Θεσσαλονικείς είχαν κατακτήσει το κύπελλο Ελλάδος, για τη σεζόν 1991-1992, απέναντι στην ΑΕΚ με σκορ 74-62, εντούτοις είδαν τον ΠΑΟΚ να ανακηρύσσεται πρωταθλητής).

Για όσο καιρό έμεινε νηφάλιος (σύμφωνα βέβαια με τα δικά του δεδομένα), ο Τάρπλεϊ θύμιζε οδοστρωτήρα, με τον Άρη να προελαύνει σε Ελλάδα και Ευρώπη. Ο «Αυτοκράτορας» ολοκλήρωσε την κανονική περίοδο της Α1 με 46 βαθμούς και ρεκόρ 20-6, πίσω από ΠΑΟΚ, Παναθηναϊκό, Πανιώνιο και Ολυμπιακό (ο Τάρπλεϊ τραυματίστηκε στα μέσα εκείνης της περιόδου, μένοντας εκτός δράσης για περίπου 2 μήνες). Αγωνίστηκε συνολικά (πρωτάθλημα και κύπελλο) σε 27 αγώνες στην Ελλάδα, σκοράροντας -κατά μέσο όρο- 21.2 πόντους, ενώ μάζευε και 17.3 ριμπάουντ (πρώτος στην Α1 εκείνη τη χρονιά).

Οι κορυφαίες του στιγμές με τον Άρη είναι δύο. Η πρώτη πραγματοποιήθηκε στο Τορίνο, στον τελικό του Κυπέλλου Σαπόρτα. Εκεί, ο Άρης βρέθηκε αντιμέτωπος με την Εφές Πίλσεν. Μετά από ένα συγκλονιστικό παιχνίδι, στο οποίο πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξαν οι άμυνες (50-48), οι Θεσσαλονικείς ανακηρύχθηκαν Κυπελλούχοι Ευρώπης, κατακτώντας το πρώτο τους ευρωπαϊκό τρόπαιο. Ο Τάρπλεϊ σκόραρε 19 πόντους και μάζεψε 18 ριμπάουντ, ολοκληρώνοντας τη σεζόν -κρατηθείτε- με 25.6 πόντους και 14.9 ριμπάουντ ανά παιχνίδι (1ος και στις δύο κατηγορίες στη διοργάνωση).

Η δεύτερη, υλοποιήθηκε σε μία αναμέτρηση κόντρα στον Πειραϊκό (υποβιβάστηκε εκείνη τη χρονιά). Ο Άρης επικράτησε με 118-61 με τον Τάρπλεϊ να είναι αμείλικτος, έχοντας 30 πόντους και 25 ριμπάουντ.

Δυστυχώς όμως, η χρονιά δεν ολοκληρώθηκε με τον καλύτερο τρόπο τόσο για τον ίδιο όσο και για τον Άρη. Ο Beeroy (δεν ήταν δυνατό να εγκαταλείψει το χόμπι του) αποχώρησε από την Ελλάδα, λίγο πριν τον τελικό του κυπέλλου ανάμεσα στον Παναθηναϊκό και τον Άρη. Οι «πράσινοι» κατέκτησαν το κύπελλο (96-89), με τον Τάρπλεϊ να μην κόβει εντελώς τον ομφάλιο λώρο του με τη μπασκετική μας καθημερινότητα.


Στα σοκάκια του Τελ Αβίβ

Το καλοκαίρι του 1993, μετά από 15 χρόνια, ο Ολυμπιακός ήταν πρωταθλητής Ελλάδος. Ο Γιάννης Ιωαννίδης, έχοντας την αμέριστη υποστήριξη του -τότε προέδρου του Ολυμπιακού- Σωκράτη Κόκκαλη, μετά και τη φυγή του Ουόλτερ Μπέρι, έψαχνε ΕΚΕΙΝΟΝ τον παίκτη που θα μεταμόρφωνε τους «ερυθρολεύκους» σε ισχυρούς διεκδικητές της Ευρωλίγκας. Ο παίκτης αυτός δεν ήταν άλλος από τον Ρόι Τάρπλεϊ.

Ο τελευταίος, αφού προσπάθησε -ανεπιτυχώς- να επιστρέψει στο ΝΒΑ, υπέγραψε χωρίς δεύτερη σκέψη στους Πειραιώτες. Ο Ολυμπιακός φάνταζε ως το αδιαφιλονίκητο φαβορί για το «Άγιο Δισκοπότηρο» της ευρωπαϊκής καλαθόσφαιρας. Άλλωστε, μία ματιά στο ρόστερ των πρωταθλητών Ελλάδας μπορούσε να πείσει και τον πλέον δύσπιστο πως η ομάδα του Γιάννη Ιωαννίδη δε θα συμβιβαζόταν (αν και τελικά συμβιβάστηκε) με τίποτα λιγότερο από την ολοκληρωτική πρωτιά (triple crown). Πάσπαλι, Τάρπλεϊ, Σιγάλας, Φασούλας, Τόμιτς και Νάκιτς συνέθεταν το πανίσχυρο υλικό του Ολυμπιακού.

Με τον Τάρπλεϊ μπροστάρη (20.6 πόντοι και 12.8 ριμπάουντ), οι «ερυθρόλευκοι» τερματίζουν πρώτοι, με 48 βαθμούς, στην κανονική περίοδο του πρωταθλήματος, με τον θηριώδη center να πραγματοποιεί ρεκόρ παραγωγικότητας στην Ελλάδα (37 πόντοι) απέναντι στον Άρη.

Στους τελικούς της Α1 ήταν μοναδικός. Απέναντι σε έναν πανίσχυρο ΠΑΟΚ, ο Ολυμπιακός τα χρειάστηκε για τα καλά. Και ίσως να μην κατακτούσε το πρωτάθλημα (3-2 στις νίκες) αν δεν είχε στο «οπλοστάσιό» του τον Ρόι Τάρπλεϊ. Το «πολυβόλο» από τη Νέα Υόρκη κονιορτοποίησε τους Μπέρι και Σάβιτς, ολοκληρώνοντας τη σειρά με μέσους όρους double double σε πόντους (21.8) και ριμπάουντ (13).

Οι «παραστάσεις» του όμως δεν περιορίστηκαν εντός των ελληνικών τειχών. Στην Ευρωλίγκα, ο Τάρπλεϊ αναδεικνύεται 4ος σκόρερ (20.8 πόντοι) και 1ος ριμπάουντερ (12.8) και οδηγεί τον Ολυμπιακό -παρέα με τον Πάσπαλι- εκ του ασφαλούς στο Final 4 του Τελ Αβίβ, αποκλείοντας στα προημιτελικά του θεσμού την Buckler Bologna (γνωστή και ως Virtus Pallacanestro Bologna) με 1-2 στις νίκες (στα παιχνίδια κόντρα στην ιταλική ομάδα ήταν τόσο μεθυσμένος που μετά βίας στεκόταν όρθιος).

Στον «ελληνικό» εμφύλιο της 19ης Απριλίου, τα δύο φαβορί -σύμφωνα με τους ειδικούς- της διοργάνωσης συγκρούστηκαν για μία θέση στον «ήλιο» του μεγάλου τελικού. Ο Ολυμπιακός, με τον Τάρπλεϊ να είναι σε εξαιρετική κατάσταση (21 πόντοι και 16 ριμπάουντ), κερδίζει τον Παναθηναϊκό των Βολκόφ, Βράνκοβιτς και Γκάλη με 77-72 και τα μυαλά των παιχτών και του τεχνικού team παίρνουν «αέρα».

Παρ’ όλα αυτά, η αποτυχία του Ολυμπιακού κόντρα στη Μπανταλόνα (59-57) έχει ονοματεπώνυμο. Ρόι Τάρπλεϊ. Παραμονή του τελικού, ο Beeroy φεύγει από το ξενοδοχείο και γυρίζει όλο το Τελ Αβίβ, με τα μπαράκια να έχουν την τιμητική τους. Επέστρεψε στο ξενοδοχείο τις πρώτες πρωινές ώρες της 21ης Απριλίου, κυριολεκτικά λιάρδα στο μεθύσι. Μετά από ένα τελευταίο επικό καυγά -έτσι για τα ρέστα- με τον Ιωαννίδη, αποσύρεται στο δωμάτιό του προκειμένου να ξεκουραστεί όσο μπορούσε (για ύπνο ούτε συζήτηση).

Μετά το τρελό hangover (τύφλα να έχει ο Γαλιφιανάκης), ο Τάρπλεϊ μαζεύει όσες δυνάμεις του έχουν απομείνει και αγωνίζεται στον τελικό της Euroleague, όπου αποτελεί κάτι λιγότερο από σκιά του καλού εαυτού του (12 πόντοι με 5/19 σουτ και 14 ριμπάουντ). Highlight της αναμέτρησης δεν είναι άλλο από το τρίποντο-μαχαιριά του Κορνίλιους Τόμσον, μπροστά στον power forward/center του Ολυμπιακού, για το 59-57, με τον Ιωαννίδη να βγάζει και να βάζει, καθ’ όλη τη διάρκεια του ματς, το σακάκι του (τρομερό άγχος).

Το ίδιο αρνητικός ήταν και στον τελικό του κυπέλλου Ελλάδος απέναντι στον Ηρακλή (ο Ολυμπιακός κατέκτησε το τρόπαιο με 63-51, κάνοντας το double), πετυχαίνοντας μόλις 4 πόντους. Έτσι, παρά τις αψεγάδιαστες εμφανίσεις του στους τελικούς της Α1, οι δύο πλευρές ακολούθησαν ξεχωριστά μονοπάτια.

Η επιστροφή στο ΝΒΑ και το οριστικό τέλος

Ο Τάρπλεϊ ήταν εκ νέου ελεύθερος να κυνηγήσει την επιστροφή του στο ΝΒΑ. Άσκησε έφεση για τον αποκλεισμό του, η οποία έγινε δεκτή από το ΝΒΑ και έτσι, το Σεπτέμβριο του 1994, οι Mavericks των ενέταξαν στο δυναμικό τους.

Αγωνίστηκε σε 55 παιχνίδια (οι Mavs, με ρεκόρ 36-46, δεν προκρίθηκαν στην postseason), έχοντας 12.6 πόντους και 8.2 ριμπάουντ ανά παιχνίδι. Η τελευταία του αναμέτρηση στο κορυφαίο πρωτάθλημα του κόσμου (όχι μόνο για εκείνη την αγωνιστική περίοδο, αλλά για πάντα) πραγματοποιήθηκε στις 23 Απριλίου του 1995 στο Staples Center. Οι Mavericks, στο τελευταίο παιχνίδι της κανονικής περιόδου, τέθηκαν αντιμέτωποι με τους L.A. Clippers. Ο Τάρπλεϊ (2 πόντοι, 4 ριμπάουντ) ήταν υπερβολικά «μεθυσμένος» για να γλιτώσει την ομάδα του από μία συντριβή 22 πόντων (124-102).

Κατά τη διάρκεια της χρονιάς, απέδειξε, με τον πλέον περίτρανο τρόπο, πως δεν άξιζε τη νέα ευκαιρία που του δόθηκε. Αν και -για πρώτη φορά στην καριέρα του- έχυνε «ποτάμια» ιδρώτα στις προπονήσεις, προσπαθώντας να επιστρέψει στα προ 1988 επίπεδα φυσικής κατάστασης, η μανία του για το ποτό εξακολουθούσε να τον κυριεύει όλο και περισσότερο.

Έτσι, στις 3 Νοεμβρίου του 1995, και ενώ είχε εισαχθεί σε νοσοκομείο καθώς αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα στο πάγκρεας, οι Mavericks (σύμφωνα με ρεπορτάζ των Los Angeles Times) αποφάσισαν να διακόψουν το συμβόλαιό του (suspended list), χωρίς μάλιστα να τον αποζημιώσουν (το χρηματικό ποσό άγγιζε τα 3.9 εκατομμύρια δολάρια).

Η αλήθεια είναι πως ο Τάρπλεϊ πήρε αυτό που του άξιζε. Μάλιστα, ο Norm Sonju (συνιδρυτής των Dallas Mavericks με τον Don Carter το 1980), σε ερώτηση που του έκαναν δημοσιογράφοι -μετά το συγκεκριμένο περιστατικό- για την «περίπτωση Τάρπλεϊ», είχε κάνει την ακόλουθη δήλωση: «Δεν ήθελε τη βοήθεια κανενός. Θέλετε την άποψή μου; Πιστεύω πως θα συνεχίσει να πίνει και θα εξακολουθήσει να ζει μέσα στην άρνηση, κατηγορώντας τους άλλους για τα προβλήματά του. Φοβάμαι για ό,τι μπορεί να του συμβεί».

Αφού λοιπόν το όνειρο (περισσότερο εφιάλτης) «έσβησε» μία για πάντα, αποφάσισε να επιστρέψει εκεί όπου, σύμφωνα με όσα τόνισε ο ίδιος σε ανύποπτο χρόνο, η λατρεία του κόσμου προς το πρόσωπό του ήταν κάτι το μοναδικό. Ο ερχομός του στην Ελλάδα και τον Ηρακλή ήταν η καλύτερη απόφαση που θα μπορούσε να πάρει.

Είχε 23.2 πόντους και 12.5 ριμπάουντ με την ομάδα της Θεσσαλονίκης στο ελληνικό πρωτάθλημα (δεν είχε δικαίωμα συμμετοχής στην Ευρωλίγκα), ενώ οδήγησε τον Ηρακλή και στον τελικό του κυπέλλου Ελλάδος κόντρα στον Παναθηναϊκό (από την αναμέτρηση απουσίαζε ο Γιούρι Ζντοβτς, ο οποίος ταλαιπωρήθηκε -καθ’ όλη τη διάρκεια εκείνης της σεζόν- από τραυματισμούς). Οι «πράσινοι» κατέκτησαν το τρόπαιο (85-74), με τον Τάρπλεϊ να είναι εξαιρετικός στην επίθεση (21 πόντοι) αλλά υποτονικός στην άμυνα.

Από εκεί και έπειτα, η ζωή του θυμίζει αρκετά τα ταξίδια του Γκιούλιβερ. Απόλλωνας Λεμεσού (98-99, ένας προφανώς από τους μεγαλύτερους αστέρες που έχουν αγωνιστεί ποτέ στην Κύπρο), Ural Great (99-00), Beijing Olympians (00-01), Sioux Falls Skyforce (03-04) και Michigan Mayhem (05-06).

Εντωμεταξύ, στις 19 Νοεμβρίου του 1997, οι New York Times αποκάλυψαν πως ο Τάρπλεϊ είχε κάψει με σίδερο ρούχων (!) την κοπέλα του στο στομάχι, κατά τη διάρκεια ενός καβγά. Αφέθηκε ελεύθερος, μετά από μία νύχτα παραμονής στο κρατητήριο, αφού πλήρωσε το απαιτούμενο πόσο (500 δολάρια). Συμπληρωματικά, το 2007 (το 2005, όντας 39 ετών, προσπάθησε -ανεπιτυχώς- να επιστρέψει εκ νέου στο ΝΒΑ) μήνυσε τόσο το ΝΒΑ όσο και τους Dallas Mavericks, διεκδικώντας το ποσό των 6.8 εκατομμυρίων δολαρίων. Σύμφωνα με τον παλαίμαχο center, ο οποίος στήριξε τη μήνυσή του στην «Τροπολογία για Άτομα με Αναπηρίες» (Americans with Disabilities Act), τόσο η πρώην ομάδα του όσο και οι διοικητικοί παράγοντες του ΝΒΑ, όταν του αρνήθηκαν την επανένταξή του στον «Μαγικό Κόσμο», ουσιαστικά παραβίασαν τη συγκεκριμένη νομοθεσία.

Η υπόθεση οδηγήθηκε στα δικαστήρια, με τις δύο πλευρές (τρεις για την ακρίβεια) να φθάνουν σε συμβιβασμό το 2009. Το ποσό που πήρε ο Τάρπλεϊ δεν έγινε ποτέ γνωστό, με τις φήμες γύρω από την υπόθεση να οργιάζουν.

Αυτή η δικαστική διαμάχη ήταν και η τελευταία, όπως αποδείχθηκε, ενασχόληση του Ρόι με την «σπυριάρα». Δυστυχώς, πάντα θα αιωρείται η απορία «τι θα γινόταν αν…». Ίσως να ήταν μέλος της αυθεντικής Dream Team, κατακτώντας «δαχτυλίδια» και περνώντας στην ιστορία ως ένας από τους 10 καλύτερους παίκτες όλων των εποχών. Αλήθεια, τι θα γινόταν αν…;